Μικρή η επίδραση των σχολείων στη διασπορά του κορωνοϊού, λένε ευρωπαϊκές μελέτες

0
25

Λονδίνο Θανάσης Γκάβος

Μια σειρά ευρωπαϊκών μελετών για το βαθμό επίδρασης των σχολείων στην αλυσίδα μετάδοσης του κορωνοϊού καταλήγουν στο συμπέρασμα πως το κλείσιμό τους εν μέσω του δεύτερου κύματος της πανδημίας θα είχε μόνο περιορισμένης έκτασης οφέλη.

Σύμφωνα με τους Financial Times που συνοψίζουν τα πορίσματα των μελετών, τα νέα στοιχεία λύνουν τα χέρια πολλών κυβερνήσεων που θεωρούν πως η συνέχιση των μαθημάτων είναι κρίσιμη τόσο για την πρόοδο των μαθητών όσο και για τη δυνατότητα των γονέων να εργάζονται παραγωγικά.

Η βρετανική εφημερίδα αναφέρεται αρχικά στην ανάλυση από το Ινστιτούτο Εργασιακών Οικονομικών της Βόννης που δείχνει πως τα κρούσματα του κορωνοϊού στη Γερμανία δεν αυξήθηκαν όταν άνοιξαν τα σχολεία μετά από τις θερινές διακοπές.

Οι συντάκτες της μελέτης, μάλιστα, σημειώνουν ότι στα κρατίδια όπου τα σχολεία άνοιξαν ο ρυθμός αύξησης των κρουσμάτων μειώθηκε σε σύγκριση με τα κρατίδια όπου τα σχολεία παρέμειναν κλειστά.

«Το αποτέλεσμα αυτό σίγουρα ήταν αντίθετο από τις προσδοκίες μας», δήλωσε ο εκ των ερευνητών Ίνγκο Ιπσχόρντινγκ.

Η μελέτη αποδίδει το αποτέλεμα αυτό στην αυστηρή τήρηση κανόνων υγιεινής στα γερμανικά σχολεία, στη χρήση μάσκας, στη συγκρότηση μικρών σε μέγεθος τάξεων και στην άμεση καραντίνα τάξεων με κρούσμα.

Η δεύτερη γερμανική έρευνα έγινε από τον ενημερωτικό όμιλο RND και βασίζεται σε στοιχεία από τα Υπουργεία Παιδείας 16 ομόσπονδων κρατιδίων που έχουν συμπεράνει πως τα σχολεία δε συνιστούν εστίες μετάδοσης του ιού.

Το υψηλότερο ποσοστό μαθητών επί του συνόλου που προσβλήθηκαν από τον SARS-Cov-2 καταγράφηκε στο Βερολίνο και ήταν μόλις 0,07%. Στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, στη Βαυαρία και στο Σλέσβιχ-Χόλσταϊν το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 0,04%.

Οι FT επισημαίνουν τη δήλωση της Γερμανίδας Υπουργού Οικογενειών Φραντσίσκα Γκίφεϊ ότι η κανονική λειτουργία των σχολείων πρέπει να συνεχιστεί για όσο διάστημα είναι δυνατό, καθώς αποδεικνύεται πως οι παιδικοί σταθμοί και τα σχολεία «δεν είναι εστίες επιμόλυνσης».

Το Ινστιτούτο Δημόσιας Υγείας της Νορβηγίας διαπίστωσε στη δική του μελέτη ότι οι περισσότεροι μαθητές που προσβλήθηκαν από τον κορωνοϊό εκτέθηκαν όχι στο σχολείο αλλά στο σπίτι. Η μελέτη αφορά την περίοδο Ιουνίου-Οκτωβρίου.

Την ίδια ώρα, ανάλυση που έκαναν ακαδημαϊκοί του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου επί δημοσιευθέντων μελετών ανά τον κόσμο διαπιστώνει πως αν και η ποιότητα των αποδεικτικών στοιχείων είναι ακόμα χαμηλή, παρόλα αυτά προκύπτει πως τα ποσοστά προσβολής από τον ιό στα σχολεία είναι επίσης χαμηλά. Είναι δε χαμηλότερα μεταξύ των μαθητών σε σύγκριση με τα ποσοστά για τους εκπαιδευτικούς και το υπόλοιπο σχολικό προσωπικό.

Τα συμπεράσματα αυτά συνάδουν με τις εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Ασθενειών ότι τα περισσότερα παιδιά δεν εκδηλώνουν συμπτώματα της Covid-19 και ότι υπάρχουν μόνο λίγες ενδείξεις μετάδοσης του ιού στα σχολεία.

Η Γκουέν Νάιτ, βοηθός καθηγήτριας στη Σχολή Υγιεινής και Τροπικής Ιατρικής του Λονδίνου που καταρτίζει βάση δεδομένων με αναφορές σε υπερεστίες μόλυνσης ανά τον κόσμο, επίσης δηλώνει στους FT ότι έχει βρει σχετικά λίγα περιστατικά εντός εκπαιδευτικών χώρων.

Πάντως όλες οι μελέτες επισημαίνουν τη δυσκολία στην ακριβή ταυτοποίηση των μηχανισμών μετάδοσης του κορωνοϊού.

Σε ό,τι αφορά την Αγγλία, ο οργανισμός Δημόσια Υγεία Αγγλίας έχει καταγράψει 1.273 εκπαιδευτικά ιδρύματα, από παιδικούς σταθμούς μέχρι πανεπιστήμια, όπου έχουν επιβεβαιωθεί κρούσματα.

Η συχνότητα είναι πιο μεγάλη στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς τουλάχιστον ένα κρούσμα έχει επιβεβαιωθεί στο 46% αυτών.

Πάντως και στην Αγγλία οι χώροι εκπαίδευσης υπολείπονται ως εστίες επιμόλυνσης των ιδιωτικών οικιών και των χωρών εργασίας.

Πηγή: skai.gr